認め合う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναγνωρίζω αμοιβαία, συμφωνώ, αποδέχομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 認め合う
- Παρόν (ευγενικό)
- 認め合います
- Άρνηση (απλή)
- 認め合わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 認め合いません
- Παρελθόν (απλό)
- 認め合った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 認め合いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 認め合わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 認め合いませんでした
- Τε-μορφή
- 認め合って
- Δυνητική
- 認め合える
- Προστακτική
- 認め合え
- Βουλητική
- 認め合おう
- Υποθετική (ば)
- 認め合えば
- Υποθετική (たら)
- 認め合ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 認め合いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 認め合うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 認め合いなさい
- Παθητική
- 認め合われる
- Αιτιατική
- 認め合わせる