にんきょ

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συναίνεση, αναγνώριση
  2. 02 έγκριση, πιστοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
認許する
Παρόν (ευγενικό)
認許します
Άρνηση (απλή)
認許しない
Άρνηση (ευγενική)
認許しません
Παρελθόν (απλό)
認許した
Παρελθόν (ευγενικό)
認許しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
認許しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
認許しませんでした
Τε-μορφή
認許して
Δυνητική
認許できる
Προστακτική
認許しろ
Βουλητική
認許しよう
Υποθετική (ば)
認許すれば