認諾
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποδοχή από τον εναγόμενο του δικαίου της υπόθεσης του ενάγοντος, δικαστική ομολογία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 認諾する
- Παρόν (ευγενικό)
- 認諾します
- Άρνηση (απλή)
- 認諾しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 認諾しません
- Παρελθόν (απλό)
- 認諾した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 認諾しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 認諾しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 認諾しませんでした
- Τε-μορφή
- 認諾して
- Δυνητική
- 認諾できる
- Προστακτική
- 認諾しろ
- Βουλητική
- 認諾しよう
- Υποθετική (ば)
- 認諾すれば
- Υποθετική (たら)
- 認諾したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 認諾したい
- Απαγορευτική (~な)
- 認諾するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 認諾しなさい
- Παθητική
- 認諾される
- Αιτιατική
- 認諾させる