誑かす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παραπλανώ, εξαπατώ, ξεγελώ, αποπλανώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 誑かす
- Παρόν (ευγενικό)
- 誑かします
- Άρνηση (απλή)
- 誑かさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 誑かしません
- Παρελθόν (απλό)
- 誑かした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 誑かしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 誑かさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 誑かしませんでした
- Τε-μορφή
- 誑かして
- Δυνητική
- 誑かせる
- Προστακτική
- 誑かせ
- Βουλητική
- 誑かそう
- Υποθετική (ば)
- 誑かせば
- Υποθετική (たら)
- 誑かしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 誑かしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 誑かすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 誑かしなさい
- Παθητική
- 誑かされる
- Αιτιατική
- 誑かさせる