たら

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παρωχημένο κολακεύω, καλοπιάνω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα παρωχημένο εξαπατώ, αποπλανώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
誑す
Παρόν (ευγενικό)
誑します
Άρνηση (απλή)
誑さない
Άρνηση (ευγενική)
誑しません
Παρελθόν (απλό)
誑した
Παρελθόν (ευγενικό)
誑しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
誑さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
誑しませんでした
Τε-μορφή
誑して
Δυνητική
誑せる
Προστακτική
誑せ
Βουλητική
誑そう
Υποθετική (ば)
誑せば