ちか

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ορκίζομαι, υπόσχομαι, δεσμεύομαι

Παραδείγματα

  • わたしちかいます

    Ορκίζομαι.

  • わたしはあなたをまもるとちかいます

    Ορκίζομαι να σε προστατεύσω.

  • かれらは永遠えいえんあいちかい、とも人生じんせいあゆむことを決意けついしました。

    Ορκίστηκαν αιώνια αγάπη και αποφάσισαν να πορευτούν μαζί στη ζωή.

Κλίση

Παρόν (απλό)
誓う
Παρόν (ευγενικό)
誓います
Άρνηση (απλή)
誓わない
Άρνηση (ευγενική)
誓いません
Παρελθόν (απλό)
誓った
Παρελθόν (ευγενικό)
誓いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
誓わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
誓いませんでした
Τε-μορφή
誓って
Δυνητική
誓える
Προστακτική
誓え
Βουλητική
誓おう
Υποθετική (ば)
誓えば