せいげん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 όρκος, υπόσχεση, επικύρωση, επίσημη δέσμευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
誓言する
Παρόν (ευγενικό)
誓言します
Άρνηση (απλή)
誓言しない
Άρνηση (ευγενική)
誓言しません
Παρελθόν (απλό)
誓言した
Παρελθόν (ευγενικό)
誓言しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
誓言しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
誓言しませんでした
Τε-μορφή
誓言して
Δυνητική
誓言できる
Προστακτική
誓言しろ
Βουλητική
誓言しよう
Υποθετική (ば)
誓言すれば