せいがん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τάμα, θρησκευτικός όρκος
  2. 02 ικεσία, προσευχή (με την οποία κάποιος εκφράζει ένα τάμα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
誓願する
Παρόν (ευγενικό)
誓願します
Άρνηση (απλή)
誓願しない
Άρνηση (ευγενική)
誓願しません
Παρελθόν (απλό)
誓願した
Παρελθόν (ευγενικό)
誓願しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
誓願しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
誓願しませんでした
Τε-μορφή
誓願して
Δυνητική
誓願できる
Προστακτική
誓願しろ
Βουλητική
誓願しよう
Υποθετική (ば)
誓願すれば