さそいかける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προτείνω σε κάποιον να κάνει κάτι, προσκαλώ, δελεάζω, παρασύρω, προσελκύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
誘いかける
Παρόν (ευγενικό)
誘いかけます
Άρνηση (απλή)
誘いかけない
Άρνηση (ευγενική)
誘いかけません
Παρελθόν (απλό)
誘いかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
誘いかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
誘いかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
誘いかけませんでした
Τε-μορφή
誘いかけて
Δυνητική
誘いかけられる
Προστακτική
誘いかけろ
Βουλητική
誘いかけよう
Υποθετική (ば)
誘いかければ