さそ

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσκαλώ, καλώ, ζητώ, παίρνω μαζί (κάποιον)
  2. 02 δελεάζω, παρασύρω, αποπλανώ, σαγηνεύω
  3. 03 προκαλώ (π.χ. δάκρυα, γέλιο, συμπάθεια), διεγείρω

Παραδείγματα

  • 友達ともだち映画えいがさそいます

    Θα καλέσω τον φίλο μου στον κινηματογράφο.

  • 彼女かのじょ食事しょくじさそってみようかまよっています。

    Αναρωτιέμαι αν πρέπει να την καλέσω για φαγητό.

  • かれ冗談じょうだんみなわらいをさそった

    Το αστείο του προκάλεσε το γέλιο σε όλους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
誘う
Παρόν (ευγενικό)
誘います
Άρνηση (απλή)
誘わない
Άρνηση (ευγενική)
誘いません
Παρελθόν (απλό)
誘った
Παρελθόν (ευγενικό)
誘いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
誘わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
誘いませんでした
Τε-μορφή
誘って
Δυνητική
誘える
Προστακτική
誘え
Βουλητική
誘おう
Υποθετική (ば)
誘えば