誘ゆう惑わく

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πειρασμός, σαγήνη, δέλεαρ, παραπλάνηση, αποπλάνηση

Παραδείγματα

  • 甘あまいものは誘惑ゆうわくです。

    Τα γλυκά είναι πειρασμός.

  • 仕事中しごとちゅう、スマートフォンの誘惑ゆうわくに抵抗ていこうするのは難むずかしいです。

    Είναι δύσκολο να αντισταθείς στον πειρασμό του smartphone κατά τη διάρκεια της δουλειάς.

  • 人生じんせいにおいて、様々さまざまな誘惑ゆうわくに打うち勝かつことは、人間的にんげんてきな成長せいちょうに繋つながると言いわれています。

    Λέγεται ότι στην ζωή, το να ξεπερνάς διάφορους πειρασμούς οδηγεί στην προσωπική εξέλιξη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
誘惑する
Παρόν (ευγενικό)
誘惑します
Άρνηση (απλή)
誘惑しない
Άρνηση (ευγενική)
誘惑しません
Παρελθόν (απλό)
誘惑した
Παρελθόν (ευγενικό)
誘惑しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
誘惑しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
誘惑しませんでした
Τε-μορφή
誘惑して
Δυνητική
誘惑できる
Προστακτική
誘惑しろ
Βουλητική
誘惑しよう
Υποθετική (ば)
誘惑すれば