誘起
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πρόκληση, επεγωγή, δημιουργία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 誘起する
- Παρόν (ευγενικό)
- 誘起します
- Άρνηση (απλή)
- 誘起しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 誘起しません
- Παρελθόν (απλό)
- 誘起した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 誘起しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 誘起しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 誘起しませんでした
- Τε-μορφή
- 誘起して
- Δυνητική
- 誘起できる
- Προστακτική
- 誘起しろ
- Βουλητική
- 誘起しよう
- Υποθετική (ば)
- 誘起すれば
- Υποθετική (たら)
- 誘起したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 誘起したい
- Απαγορευτική (~な)
- 誘起するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 誘起しなさい
- Παθητική
- 誘起される
- Αιτιατική
- 誘起させる