かたりかける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκφωνώ λόγο, απευθύνομαι (σε κάποιον)

Παραδείγματα

  • かれわたしかたりかけます

    Μου μιλάει.

  • 先生せんせい生徒せいとたちにやさしくかたりかけました

    Ο δάσκαλος μίλησε ήπια στους μαθητές.

  • 小説しょうせつ登場人物とうじょうじんぶつたちは、読者どくしゃこころふかかたりかけてくる。

    Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος μιλούν βαθιά στην ψυχή των αναγνωστών.

Κλίση

Παρόν (απλό)
語りかける
Παρόν (ευγενικό)
語りかけます
Άρνηση (απλή)
語りかけない
Άρνηση (ευγενική)
語りかけません
Παρελθόν (απλό)
語りかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
語りかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
語りかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
語りかけませんでした
Τε-μορφή
語りかけて
Δυνητική
語りかけられる
Προστακτική
語りかけろ
Βουλητική
語りかけよう
Υποθετική (ば)
語りかければ