えん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισρόφηση (ξένου σώματος, τροφής κ.λπ.), πνευμονική εισρόφηση, κατάποση με λάθος τρόπο, καταπόσιμο σε λάθος αεραγωγό

Κλίση

Παρόν (απλό)
誤嚥する
Παρόν (ευγενικό)
誤嚥します
Άρνηση (απλή)
誤嚥しない
Άρνηση (ευγενική)
誤嚥しません
Παρελθόν (απλό)
誤嚥した
Παρελθόν (ευγενικό)
誤嚥しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
誤嚥しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
誤嚥しませんでした
Τε-μορφή
誤嚥して
Δυνητική
誤嚥できる
Προστακτική
誤嚥しろ
Βουλητική
誤嚥しよう
Υποθετική (ば)
誤嚥すれば