誤導
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παραπλάνηση (κάποιου), εσφαλμένη κατεύθυνση, εκτροπή από τον σωστό δρόμο, χειραγώγηση (π.χ. της κοινής γνώμης)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 誤導する
- Παρόν (ευγενικό)
- 誤導します
- Άρνηση (απλή)
- 誤導しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 誤導しません
- Παρελθόν (απλό)
- 誤導した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 誤導しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 誤導しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 誤導しませんでした
- Τε-μορφή
- 誤導して
- Δυνητική
- 誤導できる
- Προστακτική
- 誤導しろ
- Βουλητική
- 誤導しよう
- Υποθετική (ば)
- 誤導すれば
- Υποθετική (たら)
- 誤導したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 誤導したい
- Απαγορευτική (~な)
- 誤導するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 誤導しなさい
- Παθητική
- 誤導される
- Αιτιατική
- 誤導させる