ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα εξαπατώ, κοροϊδεύω, απατώ
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα πλαστογραφώ, παραποιώ, διαστρεβλώνω, λέω ψέματα, μαγειρεύω (π.χ. στοιχεία)
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα αποφεύγω (ερώτηση, φόρους), συγκαλύπτω (λάθη, σφάλματα), κουκουλώνω, δικαιολογώ, ξεγλιστρώ
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα υπεξαιρώ, τσεπώνω

Παραδείγματα

  • かれ失敗しっぱい誤魔化ごまかした

    Κάλυψε το λάθος του.

  • かれ税金ぜいきん誤魔化ごまかそうとしてつかまった。

    Προσπάθησε να φοροδιαφύγει, αλλά τον έπιασαν.

  • 本当ほんとう気持きもちを誤魔化ごまかしても、いつかはあきらかになるだろう。

    Ακόμα κι αν προσπαθήσεις να κρύψεις τα αληθινά σου συναισθήματα, κάποια στιγμή θα φανούν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
誤魔化す
Παρόν (ευγενικό)
誤魔化します
Άρνηση (απλή)
誤魔化さない
Άρνηση (ευγενική)
誤魔化しません
Παρελθόν (απλό)
誤魔化した
Παρελθόν (ευγενικό)
誤魔化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
誤魔化さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
誤魔化しませんでした
Τε-μορφή
誤魔化して
Δυνητική
誤魔化せる
Προστακτική
誤魔化せ
Βουλητική
誤魔化そう
Υποθετική (ば)
誤魔化せば