説せつ

ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θεωρία, δόγμα
  2. 02 γνώμη, άποψη
  3. 03 φήμη, κουτσομπολιό, φημολογία, ακοή

Παραδείγματα

  • この説せつは簡単かんたんです。

    Αυτή η θεωρία είναι απλή.

  • その説せつは多おおくの人ひとに信しんじられています。

    Αυτή η άποψη είναι πιστευτή από πολλούς ανθρώπους.

  • 新あたらしい発見はっけんにより、これまで定説ていせつとされてきた説せつが覆くつがえされる可能性かのうせいが出でてきました。

    Λόγω νέων ανακαλύψεων, υπάρχει πλέον η πιθανότητα να ανατραπεί η θεωρία που μέχρι τώρα θεωρούνταν καθιερωμένη.