せる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντικρούω, καταβάλλω με επιχειρήματα, πείθω, μεταπείθω, κάμπτω τη στάση κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
説き伏せる
Παρόν (ευγενικό)
説き伏せます
Άρνηση (απλή)
説き伏せない
Άρνηση (ευγενική)
説き伏せません
Παρελθόν (απλό)
説き伏せた
Παρελθόν (ευγενικό)
説き伏せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
説き伏せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
説き伏せませんでした
Τε-μορφή
説き伏せて
Δυνητική
説き伏せられる
Προστακτική
説き伏せろ
Βουλητική
説き伏せよう
Υποθετική (ば)
説き伏せれば