ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξηγώ προσεκτικά ή κάνοντας διακρίσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
説き分ける
Παρόν (ευγενικό)
説き分けます
Άρνηση (απλή)
説き分けない
Άρνηση (ευγενική)
説き分けません
Παρελθόν (απλό)
説き分けた
Παρελθόν (ευγενικό)
説き分けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
説き分けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
説き分けませんでした
Τε-μορφή
説き分けて
Δυνητική
説き分けられる
Προστακτική
説き分けろ
Βουλητική
説き分けよう
Υποθετική (ば)
説き分ければ