せっぽう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κήρυγμα, διδασκαλία, θρησκευτικός λόγος
  2. 02 επίπληξη, νουθεσία, ηθικολογία

Κλίση

Παρόν (απλό)
説法する
Παρόν (ευγενικό)
説法します
Άρνηση (απλή)
説法しない
Άρνηση (ευγενική)
説法しません
Παρελθόν (απλό)
説法した
Παρελθόν (ευγενικό)
説法しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
説法しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
説法しませんでした
Τε-μορφή
説法して
Δυνητική
説法できる
Προστακτική
説法しろ
Βουλητική
説法しよう
Υποθετική (ば)
説法すれば