みさす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω στη μέση την ανάγνωση, αφήνω αδιάβαστο

Κλίση

Παρόν (απλό)
読みさす
Παρόν (ευγενικό)
読みさします
Άρνηση (απλή)
読みささない
Άρνηση (ευγενική)
読みさしません
Παρελθόν (απλό)
読みさした
Παρελθόν (ευγενικό)
読みさしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
読みささなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
読みさしませんでした
Τε-μορφή
読みさして
Δυνητική
読みさせる
Προστακτική
読みさせ
Βουλητική
読みさそう
Υποθετική (ば)
読みさせば