ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαβάζω και κατανοώ, αντιλαμβάνομαι
  2. 02 αντιλαμβάνομαι από εξωτερικά στοιχεία, διαβάζω το μυαλό (κάποιου)
  3. 03 διαβάζω (π.χ. βαθμονόμηση, ταινία κ.λπ.), σαρώνω (κωδικό μπαρ), αναγιγνώσκω

Παραδείγματα

  • この文章ぶんしょう

    Διαβάζω (και κατανοώ) αυτό το κείμενο.

  • かれ気持きもちをのがむずかしい。

    Είναι δύσκολο να καταλάβω τα συναισθήματά του.

  • 顧客こきゃく潜在的せんざいてきなニーズを正確せいかくことが、ビジネスの成功せいこうには不可欠ふかけつだ。

    Για την επιτυχία μιας επιχείρησης, είναι απαραίτητο να αντιλαμβάνεται κανείς με ακρίβεια τις υποκείμενες ανάγκες των πελατών.

Κλίση

Παρόν (απλό)
読み取る
Παρόν (ευγενικό)
読み取ります
Άρνηση (απλή)
読み取らない
Άρνηση (ευγενική)
読み取りません
Παρελθόν (απλό)
読み取った
Παρελθόν (ευγενικό)
読み取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
読み取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
読み取りませんでした
Τε-μορφή
読み取って
Δυνητική
読み取れる
Προστακτική
読み取れ
Βουλητική
読み取ろう
Υποθετική (ば)
読み取れば