読み替える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαβάζω έναν χαρακτήρα κάντζι με διαφορετική προφορά
- 02 φορτώνω (π.χ. δεδομένα σε υπολογιστή), διαβάζω
- 03 αλλάζω τη διατύπωση ή τη γλώσσα (π.χ. μιας διάταξης), εφαρμόζω διαφορετικό όρο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 読み替える
- Παρόν (ευγενικό)
- 読み替えます
- Άρνηση (απλή)
- 読み替えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 読み替えません
- Παρελθόν (απλό)
- 読み替えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 読み替えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 読み替えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 読み替えませんでした
- Τε-μορφή
- 読み替えて
- Δυνητική
- 読み替えられる
- Προστακτική
- 読み替えろ
- Βουλητική
- 読み替えよう
- Υποθετική (ば)
- 読み替えれば
- Υποθετική (たら)
- 読み替えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 読み替えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 読み替えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 読み替えなさい
- Παθητική
- 読み替えられる
- Αιτιατική
- 読み替えさせる