ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαβάζω και κατανοώ, ερμηνεύω (π.χ. ένα δύσκολο κείμενο), διαβάζω σε βάθος, διαβάζω προσεκτικά, αναλύω
  2. 02 αποκρυπτογραφώ, αποκωδικοποιώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
読み解く
Παρόν (ευγενικό)
読み解きます
Άρνηση (απλή)
読み解かない
Άρνηση (ευγενική)
読み解きません
Παρελθόν (απλό)
読み解いた
Παρελθόν (ευγενικό)
読み解きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
読み解かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
読み解きませんでした
Τε-μορφή
読み解いて
Δυνητική
読み解ける
Προστακτική
読み解け
Βουλητική
読み解こう
Υποθετική (ば)
読み解けば