読よむ

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαβάζω
  2. 02 απαγγέλλω (π.χ. ένα σούτρα), ψέλνω
  3. 03 προβλέπω, μαντεύω, προγνωρίζω, διαβάζω (τις σκέψεις κάποιου), βλέπω (π.χ. στην καρδιά κάποιου), χρησμοδοτώ
  4. 04 προφέρω, διαβάζω (π.χ. ένα καντζί)
  5. 05 αποκρυπτογραφώ, διαβάζω (ένα μετρητή, γράφημα, μουσική κ.λπ.), λέω (την ώρα)
  6. 06 μετράω, εκτιμώ
  7. 07 γράφεται και ως 訓む διαβάζω (ένα καντζί) με την ιαπωνική του ανάγνωση

Παραδείγματα

  • 私は本ほんを読よみます。

    Διαβάζω ένα βιβλίο.

  • 毎日まいにち、新聞しんぶんを読よむのが習慣しゅうかんです。

    Κάθε μέρα, έχω τη συνήθεια να διαβάζω την εφημερίδα.

  • 彼女かのじょは本ほんを読よむことで、新あたらしい知識ちしきを得えるだけでなく、異ことなる文化ぶんかや価値観かちかんに触ふれることができると考かんがえています。

    Αυτή πιστεύει ότι διαβάζοντας βιβλία, όχι μόνο αποκτά νέες γνώσεις, αλλά έρχεται σε επαφή και με διαφορετικούς πολιτισμούς και αξίες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
読む
Παρόν (ευγενικό)
読みます
Άρνηση (απλή)
読まない
Άρνηση (ευγενική)
読みません
Παρελθόν (απλό)
読んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
読みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
読まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
読みませんでした
Τε-μορφή
読んで
Δυνητική
読める
Προστακτική
読め
Βουλητική
読もう
Υποθετική (ば)
読めば