める

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μπορώ να διαβάσω, είμαι ευανάγνωστος, είμαι αποκρυπτογραφήσιμος
  2. 02 είμαι ευανάγνωστος (για κείμενο κ.λπ.), διαβάζομαι εύκολα
  3. 03 καταλαβαίνω, διαισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι, διαβλέπω

Κλίση

Παρόν (απλό)
読める
Παρόν (ευγενικό)
読めます
Άρνηση (απλή)
読めない
Άρνηση (ευγενική)
読めません
Παρελθόν (απλό)
読めた
Παρελθόν (ευγενικό)
読めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
読めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
読めませんでした
Τε-μορφή
読めて
Δυνητική
読められる
Προστακτική
読めろ
Βουλητική
読めよう
Υποθετική (ば)
読めれば