きん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χρέωση, έκδοση λογαριασμού, τιμολόγηση
  2. 02 καθομιλουμένη πληρωμή για εικονικά αγαθά ή προνομιακές λειτουργίες (σε βιντεοπαιχνίδι, σε υπηρεσία κοινωνικής δικτύωσης, κ.λπ.), μικροσυναλλαγή

Κλίση

Παρόν (απλό)
課金する
Παρόν (ευγενικό)
課金します
Άρνηση (απλή)
課金しない
Άρνηση (ευγενική)
課金しません
Παρελθόν (απλό)
課金した
Παρελθόν (ευγενικό)
課金しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
課金しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
課金しませんでした
Τε-μορφή
課金して
Δυνητική
課金できる
Προστακτική
課金しろ
Βουλητική
課金しよう
Υποθετική (ば)
課金すれば