調しらげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ελέγχω εξονυχιστικά, διερευνώ διεξοδικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
調べ上げる
Παρόν (ευγενικό)
調べ上げます
Άρνηση (απλή)
調べ上げない
Άρνηση (ευγενική)
調べ上げません
Παρελθόν (απλό)
調べ上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
調べ上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
調べ上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
調べ上げませんでした
Τε-μορφή
調べ上げて
Δυνητική
調べ上げられる
Προστακτική
調べ上げろ
Βουλητική
調べ上げよう
Υποθετική (ば)
調べ上げれば