調べ出す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναζητώ, εντοπίζω, ανακαλύπτω μετά από έρευνα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 調べ出す
- Παρόν (ευγενικό)
- 調べ出します
- Άρνηση (απλή)
- 調べ出さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 調べ出しません
- Παρελθόν (απλό)
- 調べ出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 調べ出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 調べ出さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 調べ出しませんでした
- Τε-μορφή
- 調べ出して
- Δυνητική
- 調べ出せる
- Προστακτική
- 調べ出せ
- Βουλητική
- 調べ出そう
- Υποθετική (ば)
- 調べ出せば
- Υποθετική (たら)
- 調べ出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 調べ出したい
- Απαγορευτική (~な)
- 調べ出すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 調べ出しなさい
- Παθητική
- 調べ出される
- Αιτιατική
- 調べ出させる