調しらわす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κουρδίζω σε κάτι, εναρμονίζω με κάτι
  2. 02 ελέγχω αντιπαραβάλλοντας, διασταυρώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
調べ合わす
Παρόν (ευγενικό)
調べ合わします
Άρνηση (απλή)
調べ合わさない
Άρνηση (ευγενική)
調べ合わしません
Παρελθόν (απλό)
調べ合わした
Παρελθόν (ευγενικό)
調べ合わしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
調べ合わさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
調べ合わしませんでした
Τε-μορφή
調べ合わして
Δυνητική
調べ合わせる
Προστακτική
調べ合わせ
Βουλητική
調べ合わそう
Υποθετική (ば)
調べ合わせば