調ちょうごう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάμειξη, μείξη (π.χ. μπαχαρικών), σύνθεση (π.χ. φαρμάκου), παρασκευή, εκτέλεση (συνταγής), προετοιμασία

Κλίση

Παρόν (απλό)
調合する
Παρόν (ευγενικό)
調合します
Άρνηση (απλή)
調合しない
Άρνηση (ευγενική)
調合しません
Παρελθόν (απλό)
調合した
Παρελθόν (ευγενικό)
調合しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
調合しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
調合しませんでした
Τε-μορφή
調合して
Δυνητική
調合できる
Προστακτική
調合しろ
Βουλητική
調合しよう
Υποθετική (ば)
調合すれば