調ちょう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενθουσιάζομαι, παίρνω τα πάνω μου, αποκτώ αυτοπεποίθηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
調子付く
Παρόν (ευγενικό)
調子付きます
Άρνηση (απλή)
調子付かない
Άρνηση (ευγενική)
調子付きません
Παρελθόν (απλό)
調子付いた
Παρελθόν (ευγενικό)
調子付きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
調子付かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
調子付きませんでした
Τε-μορφή
調子付いて
Δυνητική
調子付ける
Προστακτική
調子付け
Βουλητική
調子付こう
Υποθετική (ば)
調子付けば