調ちょうおん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άρθρωση
  2. 02 κούρδισμα (μουσικού οργάνου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
調音する
Παρόν (ευγενικό)
調音します
Άρνηση (απλή)
調音しない
Άρνηση (ευγενική)
調音しません
Παρελθόν (απλό)
調音した
Παρελθόν (ευγενικό)
調音しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
調音しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
調音しませんでした
Τε-μορφή
調音して
Δυνητική
調音できる
Προστακτική
調音しろ
Βουλητική
調音しよう
Υποθετική (ば)
調音すれば