諄い
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επαναληπτικός, φλύαρος, κουραστικός, πολυλογάς, περιττολόγος, πιεστικός, ενοχλητικός
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα βαρύς (γεύση), υπερβολικά πλούσιος, έντονος, λιγωτικός
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα φανταχτερός (χρώμα, σχέδιο κ.λπ.), κραυγαλέος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 諄い
- Παρόν (ευγενικό)
- 諄いです
- Άρνηση (απλή)
- 諄くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 諄くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 諄かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 諄かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 諄くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 諄くなかったです
- Τε-μορφή
- 諄くて
- Υποθετική (ば)
- 諄ければ
- Υποθετική (たら)
- 諄かったら