談じる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συζητώ, διαπραγματεύομαι, αντιπαρατίθεμαι
- 02 διαπραγματεύομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 談じる
- Παρόν (ευγενικό)
- 談じます
- Άρνηση (απλή)
- 談じない
- Άρνηση (ευγενική)
- 談じません
- Παρελθόν (απλό)
- 談じた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 談じました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 談じなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 談じませんでした
- Τε-μορφή
- 談じて
- Δυνητική
- 談じられる
- Προστακτική
- 談じろ
- Βουλητική
- 談じよう
- Υποθετική (ば)
- 談じれば
- Υποθετική (たら)
- 談じたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 談じたい
- Απαγορευτική (~な)
- 談じるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 談じなさい
- Παθητική
- 談じられる
- Αιτιατική
- 談じさせる