ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξαγοράζω, ξεχρεώνω, βγάζω από ενέχυρο
  2. 02 εξαγοράζω την ελευθερία γκέισας ή ιερόδουλης από τον εργοδότη της (αποπληρώνοντας το χρέος της)

Κλίση

Παρόν (απλό)
請け出す
Παρόν (ευγενικό)
請け出します
Άρνηση (απλή)
請け出さない
Άρνηση (ευγενική)
請け出しません
Παρελθόν (απλό)
請け出した
Παρελθόν (ευγενικό)
請け出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
請け出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
請け出しませんでした
Τε-μορφή
請け出して
Δυνητική
請け出せる
Προστακτική
請け出せ
Βουλητική
請け出そう
Υποθετική (ば)
請け出せば