請け合う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναλαμβάνω, αναλαμβάνω την ευθύνη (για εργασία)
- 02 διαβεβαιώνω, εγγυώμαι, εγγυώμαι για κάποιον, υπόσχομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 請け合う
- Παρόν (ευγενικό)
- 請け合います
- Άρνηση (απλή)
- 請け合わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 請け合いません
- Παρελθόν (απλό)
- 請け合った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 請け合いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 請け合わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 請け合いませんでした
- Τε-μορφή
- 請け合って
- Δυνητική
- 請け合える
- Προστακτική
- 請け合え
- Βουλητική
- 請け合おう
- Υποθετική (ば)
- 請け合えば
- Υποθετική (たら)
- 請け合ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 請け合いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 請け合うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 請け合いなさい
- Παθητική
- 請け合われる
- Αιτιατική
- 請け合わせる