請け負う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναλαμβάνω (εργασία), εργολαβώ
- 02 αρχαϊκό αναλαμβάνω την ευθύνη για, φέρω την ευθύνη για
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 請け負う
- Παρόν (ευγενικό)
- 請け負います
- Άρνηση (απλή)
- 請け負わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 請け負いません
- Παρελθόν (απλό)
- 請け負った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 請け負いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 請け負わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 請け負いませんでした
- Τε-μορφή
- 請け負って
- Δυνητική
- 請け負える
- Προστακτική
- 請け負え
- Βουλητική
- 請け負おう
- Υποθετική (ば)
- 請け負えば
- Υποθετική (たら)
- 請け負ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 請け負いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 請け負うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 請け負いなさい
- Παθητική
- 請け負われる
- Αιτιατική
- 請け負わせる