しょうずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσκαλώ, καλώ, οδηγώ κάποιον μέσα

Κλίση

Παρόν (απλό)
請ずる
Παρόν (ευγενικό)
請ずます
Άρνηση (απλή)
請ずない
Άρνηση (ευγενική)
請ずません
Παρελθόν (απλό)
請ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
請ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
請ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
請ずませんでした
Τε-μορφή
請ずて
Δυνητική
請ずられる
Προστακτική
請ずろ
Βουλητική
請ずよう
Υποθετική (ば)
請ずれば