りょうする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναγνωρίζω, κατανοώ, εκτιμώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
諒する
Παρόν (ευγενικό)
諒します
Άρνηση (απλή)
諒しない
Άρνηση (ευγενική)
諒しません
Παρελθόν (απλό)
諒した
Παρελθόν (ευγενικό)
諒しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
諒しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
諒しませんでした
Τε-μορφή
諒して
Δυνητική
諒できる
Προστακτική
諒しろ
Βουλητική
諒しよう
Υποθετική (ば)
諒すれば