論じる
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 συζητώ, μιλώ για, πραγματεύομαι ένα θέμα
- 02 επιχειρηματολογώ, αντιδικώ
- 03 λαμβάνω υπόψη, θίγω ένα ζήτημα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 論じる
- Παρόν (ευγενικό)
- 論じます
- Άρνηση (απλή)
- 論じない
- Άρνηση (ευγενική)
- 論じません
- Παρελθόν (απλό)
- 論じた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 論じました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 論じなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 論じませんでした
- Τε-μορφή
- 論じて
- Δυνητική
- 論じられる
- Προστακτική
- 論じろ
- Βουλητική
- 論じよう
- Υποθετική (ば)
- 論じれば
- Υποθετική (たら)
- 論じたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 論じたい
- Απαγορευτική (~な)
- 論じるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 論じなさい
- Παθητική
- 論じられる
- Αιτιατική
- 論じさせる