論じ合う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συζητώ, διαπληκτίζομαι, επιχειρηματολογώ, αντιπαρατίθεμαι, διαλέγομαι, διαφιλονικώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 論じ合う
- Παρόν (ευγενικό)
- 論じ合います
- Άρνηση (απλή)
- 論じ合わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 論じ合いません
- Παρελθόν (απλό)
- 論じ合った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 論じ合いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 論じ合わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 論じ合いませんでした
- Τε-μορφή
- 論じ合って
- Δυνητική
- 論じ合える
- Προστακτική
- 論じ合え
- Βουλητική
- 論じ合おう
- Υποθετική (ば)
- 論じ合えば
- Υποθετική (たら)
- 論じ合ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 論じ合いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 論じ合うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 論じ合いなさい
- Παθητική
- 論じ合われる
- Αιτιατική
- 論じ合わせる