ろんずる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συζητώ, μιλώ για, πραγματεύομαι ένα θέμα
  2. 02 επιχειρηματολογώ, διαπληκτίζομαι
  3. 03 λαμβάνω υπόψη, καθιστώ ζήτημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
論ずる
Παρόν (ευγενικό)
論ずます
Άρνηση (απλή)
論ずない
Άρνηση (ευγενική)
論ずません
Παρελθόν (απλό)
論ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
論ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
論ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
論ずませんでした
Τε-μορφή
論ずて
Δυνητική
論ずられる
Προστακτική
論ずろ
Βουλητική
論ずよう
Υποθετική (ば)
論ずれば