論判
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κρίση (για το αν κάτι είναι σωστό ή λάθος), απόφαση
- 02 επιχείρημα, διαφωνία, καυγάς
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 論判する
- Παρόν (ευγενικό)
- 論判します
- Άρνηση (απλή)
- 論判しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 論判しません
- Παρελθόν (απλό)
- 論判した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 論判しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 論判しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 論判しませんでした
- Τε-μορφή
- 論判して
- Δυνητική
- 論判できる
- Προστακτική
- 論判しろ
- Βουλητική
- 論判しよう
- Υποθετική (ば)
- 論判すれば
- Υποθετική (たら)
- 論判したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 論判したい
- Απαγορευτική (~な)
- 論判するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 論判しなさい
- Παθητική
- 論判される
- Αιτιατική
- 論判させる