ろんきゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συζητώ διεξοδικά, πραγματεύομαι εξαντλητικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
論究する
Παρόν (ευγενικό)
論究します
Άρνηση (απλή)
論究しない
Άρνηση (ευγενική)
論究しません
Παρελθόν (απλό)
論究した
Παρελθόν (ευγενικό)
論究しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
論究しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
論究しませんでした
Τε-μορφή
論究して
Δυνητική
論究できる
Προστακτική
論究しろ
Βουλητική
論究しよう
Υποθετική (ば)
論究すれば