ろんこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μελέτη, συζήτηση, πραγματεία, έρευνα, ερευνητικό άρθρο, ακαδημαϊκή εργασία

Κλίση

Παρόν (απλό)
論考する
Παρόν (ευγενικό)
論考します
Άρνηση (απλή)
論考しない
Άρνηση (ευγενική)
論考しません
Παρελθόν (απλό)
論考した
Παρελθόν (ευγενικό)
論考しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
論考しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
論考しませんでした
Τε-μορφή
論考して
Δυνητική
論考できる
Προστακτική
論考しろ
Βουλητική
論考しよう
Υποθετική (ば)
論考すれば