ろんぴょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σχόλιο, κριτική, ανάλυση, ανασκόπηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
論評する
Παρόν (ευγενικό)
論評します
Άρνηση (απλή)
論評しない
Άρνηση (ευγενική)
論評しません
Παρελθόν (απλό)
論評した
Παρελθόν (ευγενικό)
論評しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
論評しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
論評しませんでした
Τε-μορφή
論評して
Δυνητική
論評できる
Προστακτική
論評しろ
Βουλητική
論評しよう
Υποθετική (ば)
論評すれば