ろんせつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άρθρο, πραγματεία, διατριβή, γραπτό επιχείρημα, σχολιασμός
  2. 02 κύριο άρθρο, συντακτικό σχόλιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
論説する
Παρόν (ευγενικό)
論説します
Άρνηση (απλή)
論説しない
Άρνηση (ευγενική)
論説しません
Παρελθόν (απλό)
論説した
Παρελθόν (ευγενικό)
論説しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
論説しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
論説しませんでした
Τε-μορφή
論説して
Δυνητική
論説できる
Προστακτική
論説しろ
Βουλητική
論説しよう
Υποθετική (ば)
論説すれば