ろんなんこうげき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίθεση με επιχειρήματα, καταγγελία, καταδίκη, έντονη αντιπαράθεση

Κλίση

Παρόν (απλό)
論難攻撃する
Παρόν (ευγενικό)
論難攻撃します
Άρνηση (απλή)
論難攻撃しない
Άρνηση (ευγενική)
論難攻撃しません
Παρελθόν (απλό)
論難攻撃した
Παρελθόν (ευγενικό)
論難攻撃しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
論難攻撃しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
論難攻撃しませんでした
Τε-μορφή
論難攻撃して
Δυνητική
論難攻撃できる
Προστακτική
論難攻撃しろ
Βουλητική
論難攻撃しよう
Υποθετική (ば)
論難攻撃すれば