論ろん

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιχείρημα, συζήτηση, διαφωνία, αντιπαράθεση, διαμάχη, διάλογος
  2. 02 θεωρία (π.χ. της εξέλιξης), δόγμα
  3. 03 δοκίμιο, πραγματεία, σχόλιο

Παραδείγματα

  • 彼かれは議論ぎろんが好すきです。

    Του αρέσουν οι συζητήσεις.

  • 学校がっこうで進化論しんかろんを勉強べんきょうしました。

    Στο σχολείο μάθαμε τη θεωρία της εξέλιξης.

  • その経済論けいざいろんについては、いまだに専門家せんもんかの間あいだで様々さまざまな論ろんが交かわされています。

    Για αυτήν την οικονομική θεωρία, ανταλλάσσονται ακόμα διάφορες απόψεις μεταξύ των ειδικών.